βαδισμός

βαδ-ισμός, ,
A = βάδισις, Pl. Chrm.160c.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαδισμός — βαδισμός, ο (Α) [βαδίζω] η βάδιση …   Dictionary of Greek

  • βαδισμός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαδισμῷ — βαδισμός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.